Κοτόπουλο το θρεπτικό

Πλούσιο σε πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας (μετά το ασπράδι του αβγού και το γάλα), το κοτόπουλο είναι μία από τις καλύτερες τροφές.

Με χαμηλή εμπορική τιμή, αλλά υψηλή διατροφική αξία, είναι ένα τρόφιμο που καταναλώνεται σε μεγάλες ποσότητες παγκοσμίως και μαγειρεύεται ποικιλοτρόπως. Στις Ηνωμένες Πολιτείες προτιμάται ψητό. Στην Ιταλία κοκκινιστό με ντομάτα και μανιτάρια. Στην Ισπανία με ρύζι και θαλασσινά. Στο Μεξικό ψιλοκομμένο για tacos. Στην Ινδία μαρινάτο με γιαούρτι. Στην Ιαπωνία και την Κίνα με τζίντζερ, ενώ στη Γαλλία ο κόκορας είναι πάντα κρασάτος...

Η πρώτη καταγραφή πωλήσεων κοτόπουλου που έγινε στις ΗΠΑ (1934) κατέδειξε ότι οι πωλήσεις πλησίαζαν τα 30 εκατ. κιλά ετησίως. Πρόσφατες καταγραφές τις ανεβάζουν στα 35 εκατ. κιλά ημερησίως. Το κοτόπουλο δεν έγινε τόσο δημοφιλές χάρη στο κόστος του. Οι πρωτεΐνες του είναι θρεπτικές, φιλικές (εφόσον δεν προκαλούν αλλεργίες) και εύπεπτες, ενώ απορροφώνται κατά 100% από τον οργανισμό. Τα 100 γραμμ. κοτόπουλου καλύπτουν το 50% περίπου των ημερήσιων αναγκών σε πρωτεΐνες ενός άνδρα και το 65% μιας γυναίκας (η διαφορά οφείλεται στη μικρότερη μυϊκή μάζα των γυναικών).

Γενικώς στον σύγχρονο άνθρωπο δεν συνιστάται η υπερκατανάλωση πρωτεϊνών. Αυτές προκαλούν προβλήματα στα νεφρά (υψηλή ουρία), ενώ ταυτόχρονα η πλεονάζουσα ποσότητά τους μετατρέπεται σε λίπος. Το ανθρώπινο σώμα δεν διαθέτει «αποθήκες» πρωτεϊνών. Μετατρέπει κάθε πλεονάζουσα τροφή σε λίπος και στη συνέχεια την αποθηκεύει σε αυτήν τη μορφή. Το κρέας του κοτόπουλου, συγκριτικά με το μοσχάρι, χαρακτηρίζεται από μικρότερο αριθμό θερμίδων, με λιγότερα λιπαρά και χοληστερίνη. Η αφαίρεση της πέτσας εγγυάται σημαντική μείωση θερμίδων, αν και η μείωση της χοληστερίνης που συνεπάγεται δεν είναι ποσοτικά ανάλογη.

Το στήθος περιέχει λιγότερες θερμίδες από το μπούτι, που οφείλει τη νοστιμιά του στα λιπαρά των μυών. Τα λιπαρά του κοτόπουλου είναι πολύ πιο «φιλικά» και χρήσιμα από ό,τι του μοσχαριού. Το κοτόπουλο έχει περισσότερα απαραίτητα ακόρεστα λιπαρά οξέα από ό,τι το μοσχάρι, στο οποίο αυτά είναι κορεσμένα (ανθυγιεινά). Το μοσχαρίσιο (ίσου βάρους) κρέας έχει τριπλάσια ποσότητα λιπαρών.

Σημαντικά προβλήματα, όμως, προκύπτουν και από τον τρόπο μαγειρέματος... Για παράδειγμα, 6 κροκέτες κοτόπουλου από fast food περιλαμβάνουν 270 θερμίδες (αντί των 165 θερμίδων του ψητού στήθους) και 15 γραμμ. λίπους, το περισσότερο από το οποίο προέρχεται από τα υδρογονωμένα έλαια που προστίθενται στο τηγάνισμα. Πολύ πιο ανθυγιεινά είναι τα συκωτάκια, ενώ λανσάρονται ως πιο κατάλληλα επειδή περιέχουν λιγότερες θερμίδες και προστίθενται στα σάντουιτς. Η αλήθεια είναι ότι αυτά περιέχουν λιγότερες θερμίδες, αλλά 631 mg χοληστερίνης, ενώ ίσης ποσότητας στήθος κοτόπουλου περιέχει μόνο 85 mg χοληστερίνης.

Πολλές μητέρες που εκνευρίζονται ακούγοντας το παιδί τους να ταλαιπωρείται με τον χαρακτηριστικό, οξύ, ξηρό, επίμονο βήχα τώρα τον χειμώνα του χορηγούν αντιβηχικά σιρόπια, τα οποία όμως δεν έχουν θεαματικά αποτελέσματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ένα ζεστό πιάτο κοτόσουπα δρα ευεργετικά, σταματώντας τον βήχα. Ο θεραπευτικός μηχανισμός της εμπειρικής αυτής ιατρικής παρατήρησης παραμένει άγνωστος.

Το κοτόπουλο έχει λιγότερα λιπαρά και θερμίδες από το μοσχάρι, με την προϋπόθεση ότι έχουμε αφαιρέσει την πέτσα του.

Το κοτόπουλο, συγκριτικά με το μοσχαρίσιο κρέας, έχει λιγότερη βιταμίνη Β12, ψευδάργυρο και σίδηρο. 

Πηγή: Ethnos.gr | Συντάκτης: Δόκτωρ Στ. Καραγιαννόπουλος